Βάκχες από το ΘΟΚ

Η καλοκαιρινή θεατρική παράσταση του ΘΟΚ προβάλλεται σαν μια απο τις πιο σημαντικές πολιτιστικές εκδηλώσεις της Κύπρου. Μια παράσταση με πολλές υποσχέσεις, αφού οι Βάκχες αποτελούν μια από τις σημαντικότερες τραγωδίες του Ευριπίδη και ο ΘΟΚ επέλεξε σημαντικές προσωπικότητες- όπως ο ίδιος διαφήμισε- για το ανέβασμα της παράστασης.

Θα ανέμενε λοιπόν κανείς ότι θα παρακολουθήσει μια τραγωδία, η οποία πραγματεύεται την αιώνια σύγκρουση μέσα στον άνθρωπο, της φύσης και της ζωής και ότι θα βιώσει μέσα από αυτή την παράσταση το δραματικό πάθος που γεννά η αρχαία τραγωδία και τη συγκίνηση που προκαλούν τα θεατρικά πρόσωπα, μεταφερόμενα ως αιώνια σύμβολα ανθρώπινων συμπεριφορών.

Η πρώτη έκπληξη για την παράσταση ήταν η τιμή του εισιτηρίου, που δυστυχώς ανερχόταν στα 17 ευρώ με εξαίρεση τους μαθητές, στρατιώτες, φοιτητές και συνταξιούχους. Ένα τέτοιο ποσό που ερχόταν σε σύγκρουση με την ίδια τη φύση του αρχαίου δράματος, να διαπαιδαγωγήσει και να διδάξει όλους τους πολίτες. Γι’ αυτό εξάλλου και στην αρχαιότητα υπήρχαν τα θεωρικά, που έδιναν την ευκαιρία σε όλους τους πολίτες να παρακολουθήσουν δωρεάν θέατρο. Σήμερα πώς δικαιολογείται ένα τόσο μεγάλο ποσό από τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου; Και πόση δυνατότητα έχει στις μέρες μας μια οικογένεια να παρακολουθήσει μια θεατρική παράσταση, πόσο μάλλον όταν αυτή δεν προέρχεται ακόμη από ιδιωτικό φορέα;

Πέρα όμως από αυτό, έκπληξη προκάλεσε και η μορφή του Πενθέα, βασιλιά της Θήβας. Ο Ευριπίδης σκιαγραφεί ένα χαρακτήρα δυναμικό, εκπρόσωπο της λογικής που γίνεται πολέμιος της νέας θρησκείας. Αντίθετα στη συγκεκριμένη θεατρική παράσταση ο Πενθέας πήρε τη μορφή ενός αδύναμου χαρακτήρα που έφτανε στα όρια του κωμικού. Η παράσταση δεν κατάφερε να αναδείξει την κυριαρχία της λογικής έναντι του Κάδμου και του Τειρεσία, που ασπάστηκαν τη λατρεία του Διονύσου. Αντιθέτως δημιούργησε μια έντονη κωμική σκηνή μεταξύ των δυο ηλικιωμένων, χωρίς όμως αυτή η σκηνή να έχει τη λειτουργικότητα που έχει στην ευριπίδεια τραγωδία. Να παρουσιάσει δηλαδή τις διαφορετικές επιλογές τους και τέλος να βοηθήσει στην εξέλιξη της δραματικής οικονομίας του έργου. Επιπλέον στη σκηνή όπου μεταμφιέζεται σε γυναίκα και έχουμε την κυριαρχία της τρέλας και της ουσιαστικής αρχής της συντριβής του Πενθέα, δημιουργήθηκε μια επιφανειακή και σεξιστική εικόνα του βασιλιά.

Ένα άλλο ερώτημα που αναδύθηκε από την παράσταση είναι η επιλογή περισσότερων αγγελιαφόρων σε σχέση με αυτό που καταγράφει η ίδια η τραγωδία. Η χρήση του αγγελιαφόρου στην αρχαία τραγωδία ήταν πολύ σημαντική αφού μετέφερε στο κοινό με άμεσο τρόπο μια συγκλονιστική εμπειρία. Αυτό όμως που προβληματίζει είναι τι τυχόν λειτουργικό ή άλλο ρόλο είχαν οι επιπλέον αγγελιαφόροι αφού όχι μόνο δεν προκαλούσαν μεγαλύτερο ενδιαφέρον στον θεατή αλλά του αποσπούσαν και την προσοχή από την συνέχεια της εξιστόρησης των πραγμάτων.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το σημαντικότερο στοιχείο της δραματικής ποίησης είναι η σκηνική δράση και ότι η τραγωδία χαρακτηρίζεται από την θεατρικότητα, η οποία όπως αναφέρθηκε δημιουργεί και το ίδιο το δραματικό πάθος. Στα διαλογικά όμως μέρη της παράστασης οι ηθοποιοί δυστυχώς δεν κατάφεραν να ανταποκριθούν στο ρόλο του τραγωδού και να ερμηνεύσουν την τραγωδία δημιουργώντας τα αναμενόμενα αισθήματα στους θεατές. Η απόδοση του Διονύσου έδινε την εντύπωση μιας αυτάρεσκης προσωπικότητας που παρόλη την ανάδειξη της υπερδύναμής του δεν μετέφερε την πολλαπλή προσωπικότητά του ως αμείλικτου Θεού αλλά και την ίδια ώρα του φιλάνθρωπου Θεού. Κυρίως στο τέλος της παράστασης δόθηκε η εικόνα ενός Θεού- Νάρκισσου διαφορετική από αυτή που γεννά η τραγωδία. Τον οίκτο δηλαδή για τον αξιολύπητο και “αμήχανο” Θεό, ο οποίος στο τέλος της παράστασης,αβέβαιος για τις πράξεις του, απολογείται στην τραγωδία του Ευριπίδη ψυθιρίζοντας και όχι μειδιώντας.

Όσον αφορά τώρα τα χορικά μέρη, δεν απομακρύνονται ερμηνευτικά από την εκτέλεση των διαλογικών. Υπήρχε έντονη δυσκολία από τη θέση των θεατών να ακούσουν τα λόγια του χορού και οι ενδυματολογικές επιλογές όσο και οι χορευτικές είναι άξιο ερωτήματος αν εκπροσωπούσαν τη Βακχεία αφού δεν παρέπεμπαν καθόλου στην εκστατική ένωση με τη Φύση και στην ίδια τη λατρεία του Διονύσου. Τo ενδιαφέρον του Ευριπίδη για τις άλογες μυστικιστικές λατρείες και η ίδια η θεματική της τραγωδίας, η παρουσίαση για παράδειγμα της διονυσιακής υπερδύναμης και των πιστών του Διονύσου τοποθετήθηκε στο περιθώριο και τη θέση τους πήρε μια σύγχρονη δυτική ματιά στην έννοια του ξένου και κυρίως της Ανατολής. Δεν εξηγείται αλλιώς η ενδυμασία του Διονύσου σαν Αλαντίν και οι κινήσεις και τα μουγκρητά του χορού που παρέπεμπαν σε ταινίες Χόλυγουντ. Μέσα σε όλη την μουσικοχορευτική και ενδυματολογική προσπάθεια οι συντελεστές της παράστασης παραμέρισαν τον λειτουργικό ρόλο του χορού που μέσα από μια αρμονική σύνθεση λόγου, κίνησης και ρυθμού προβάλλει τη λαϊκή σοφία πάνω στα ζητήματα της τραγωδίας.

Κλείνοντας, η συγκεκριμένη θεατρική παράσταση χωρίς να αγγίξει και να αναδείξει ζητήματα της τραγωδίας που είναι και σήμερα επίκαιρα, όπως η έννοια του ξένου που έρχεται στον τόπο σου με άλλη κουλτούρα και θέτει το ζήτημα αποδοχής ή όχι, παραμένει σε μια επιφανειακή απόδοση της τραγωδίας. Για ποιους λόγους λοιπόν επέλεξε ο ΘΟΚ μια τέτοια τραγωδία και τι διδαχτικούς στόχους επέλεξε να παρουσιάσει σήμερα; Δυστυχώς ή ευτυχώς η απάντηση δίνεται από την ίδια την παράσταση.

Κασσάνδρα

By: kassandra

Δεν υπάρχουν σχετικά άρθρα.

About Anonymous